Αξιολόγηση της εκτροφής και απελευθέρωσης λαγών

0

hare-releaseΑξιολόγηση της εκτροφής και απελευθέρωσης λαγών: προϋποθέσεις και τεχνικές Evaluation of hare rearing and release: obligations and techniques

Χ. Σώκος1,2*, Π. Μπίρτσας2,3, Β. Σπύρου4, Χ. Ιακωβάκης1, Χ. Μπιλλίνης1

C. Sokos1,2*, P. Birtsas2,3, V. Spyrou4, C. Iakovakis1, C. Billinis1

1Εργαστήριο Μικροβιολογίας και Παρασιτολογίας, Τμήμα Κτηνιατρικής, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, Τρικάλων 224, 43100 Καρδίτσα – Department of Microbiology and Parasitology, Veterinary Faculty, University of Thessaly, Trikalon 224, 43100 Karditsa, Hellas

2Διεύθυνση Έρευνας και Τεκμηρίωσης, Κυνηγετική Ομοσπονδία Μακεδονίας & Θράκης, Εθνικής Αντίστασης 173-175, 55134 Καλαμαριά, Θεσσαλονίκη – Research Division, Hunting Federation of Macedonia and Thrace, Ethnikis Antistasis 173-175, 55134 Kalamaria, Thessaloniki, Hellas

3Εργαστήριο Άγριας Πανίδας, Τμήμα Δασοπονίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος, ΤΕΙ Λάρισας, Καρδίτσα – Laboratory of Wildlife, Department of Forestry and Environmental Management, TEI of Larisa, Karditsa, Hellas

4Εργαστήριο Λοιμωδών Νοσημάτων, Τμήμα Ζωικής Παραγωγής, ΤΕΙ Λάρισας, Λάρισα – Laboratory of Infectious Diseases, Department of Animal Production, TEI of Larisa, Larisa, Hellas

* Αλληλογραφία. Τηλ.: 2310477128, Διεύθυνση e-mail: [email protected] – E-mail address: [email protected]

Περίληψη

Οι προς απελευθέρωση λαγοί μπορεί να αποκτώνται από εντατική ή εκτατική εκτροφή ή από μεταφορά άγριων λαγών. Αυτό συνεπάγεται διαφορετικό κόστος αλλά και διαφορετική ικανότητα επιβίωσης. Η επιβίωση στη φύση είναι πολύ μικρή για τους εντατικά εκτρεφόμενους λαγούς, βελτιώνεται για τους εκτατικά εκτρεφόμενους λαγούς και αυξάνεται ακόμα περισσότερο για τους μεταφερόμενους άγριους λαγούς. Σε κάθε περίπτωση η πρακτική της απελευθέρωσης λαγών βρέθηκε να έχει ελάχιστα ανταποδοτικά οφέλη ως προς το κόστος. Στις περιοχές όπου εφαρμόστηκαν απελευθερώσεις δεν αυξάνεται σοβαρά ο πληθυσμός και η κυνηγετική κάρπωση. Οι κίνδυνοι γενετικής υποβάθμισης και μετάδοσης παθογόνων μικροοργανισμών στους άγριους πληθυσμούς είναι πιθανοί.

Λέξεις κλειδιά: εκτροφή θηραμάτων, επιβίωση, γενετική, νοσήματα

Abstract

The released hares can be obtained by intensive or extensive rearing or translocation of wild hares. This entails different costs and different survivability in wild. The survival in wild is very low for intensively reared hares, it is improved for extensively reared hares and even more for wild translocated hares. In any case, the reciprocal benefits of the hare release practice are significantly less compared to the action’s implementation cost. Hare releases did not increase seriously the wild hare population and hunting harvest. The risk of genetic degradation and pathogens transmission in wild populations is possible.

Keywords: game rearing; survival; genetics; diseases

Σώκος Χ., Μπίρτσας Π., Σπύρου Β., Ιακωβάκης Χ., Μπιλλίνης Χ. 2013. Αξιολόγηση της εκτροφής και απελευθέρωσης λαγών: προϋποθέσεις και τεχνικές. Πρακτικά 4ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Τεχνολογίας Ζωϊκής Παραγωγής, Θεσ/νίκη 8/2/2013, υπό εκτύπωση.

1. Εισαγωγή

Η εκτροφή του λαγού δεν ενδείκνυται ως οικονομικά συμφέρουσα επένδυση για την παραγωγή κρέατος (Tume, 2000). Ωστόσο, η υψηλή ζήτηση για τη θήρα του λαγού (Σώκος και συνεργ., 2002) είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση των προσπαθειών για την αύξηση των πληθυσμών του είδους με την εκτροφή και την απελευθέρωση του (Misiorowska και Wasilewski, 2012). Τις απελευθερώσεις λαγού υποστηρίζουν μερικοί κυνηγοί θεωρώντας πως αποτελεί την εύκολη λύση για την αύξηση των πληθυσμών του (Sokos et al., 2009). Οι εκτροφείς, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός αυτό, αναπτύσσουν την εκτροφή του λαγού ως μια επιχείρηση ζωικής παραγωγής (Tume, 2000). Από την άλλη, οι θηραματολόγοι, εδώ και αρκετές δεκαετίες ανησυχούν για τις επιπτώσεις των απελευθερώσεων του λαγού στη φύση (Havet, 1975).

Οι απελευθερώσεις λαγών πραγματοποιούνται κυρίως στα κράτη της Νότιας και Ανατολικής Ευρώπης. Κατά τη δεκαετία του 1980, περίπου 40.000 λαγοί εισάγονταν ετησίως στη Γαλλία και άλλες 100 – 120.000 στην Ιταλία, αριθμοί που μειώθηκαν τα τελευταία έτη λόγω ανάπτυξης της εκτροφής του λαγού (Fiechter, 1988, Dematteis και Tizzani, 2005). Η παραγωγή εκτρεφόμενων λαγών αυξήθηκε σε 200.000/έτος στη Γαλλία (Fiechter, 1988) και άλλες τόσες περίπου στην Ιταλία (Dematteis και Tizzani, 2005).

Στην Ελλάδα οι απελευθερώσεις εκτρεφόμενων λαγών είχαν ευρεία εφαρμογή κατά τη δεκαετία του 1990. Στη συνέχεια, η αρμόδια Δασική Υπηρεσία αναθεώρησε τη σκοπιμότητα των απελευθερώσεων και δεν ενέκρινε στους προϋπολογισμούς των κυνηγετικών οργανώσεων δαπάνες που αφορούσαν την αγορά λαγών. Από το 2008 οι δαπάνες για απελευθερώσεις λαγών μπορούν και πάλι να εγκριθούν εφόσον έχουν τηρηθεί μερικές προϋποθέσεις που περιγράφονται σε σχετική Υπουργική Απόφαση (Υ.Α. 98161/4136/29-9-2008/Υ.Α.Α.Τ.). Σήμερα στην Ελλάδα εκτρέφονται και απελευθερώνονται μερικές χιλιάδες λαγών. Ωστόσο, δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια σύνθεσης των διαθέσιμων γνώσεων για την αξιολόγηση της πρακτικής αυτής.

2. Απόκτηση των προς απελευθέρωση λαγών και σύγκριση της επιβίωσης τους

Εντατική εκτροφή σε κλωβούς

Στην εντατική εκτροφή, οι γεννήτορες παραμένουν σε μικρούς υπερυψωμένους κλωβούς ή σπανιότερα σε κλειστούς κτιριακούς χώρους. Τα παραγόμενα νεογνά αναπτύσσονται στους κλωβούς μέχρι τον απογαλακτισμό τους. Στη συνέχεια μεταφέρονται σε άλλους κλωβούς ή σε υπαίθριο περιφραγμένο χώρο μέχρι την απελευθέρωσή τους. Η εντατική εκτροφή χρησιμοποιείται επειδή είναι δυνατή η επίτευξη μεγαλύτερης παραγωγής. Στους κλωβούς, ο έλεγχος των νοσημάτων είναι πιο αποτελεσματικός όπως και η χορήγηση φαρμάκων. Επιπρόσθετα, οι εκτροφείς έχουν τη δυνατότητα να επιλέγουν για γεννήτορες παραγωγικότερα ζώα και με ήρεμη συμπεριφορά (Tomasevic, 1977).

Δεκάδες έρευνες έδειξαν πως όταν οι εντατικά εκτρεφόμενοι λαγοί απελευθερωθούν στη φύση, το 60-90% των ζώων πεθαίνουν κατά τη διάρκεια των πρώτων 30 ημερών μετά την απελευθέρωση. Η κύρια αιτία θανάτου είναι η αρπακτικότητα (Fiechter, 1988, Marboutin et al., 1990, Angelici et al., 2000, Demmateis et al., 2003, Καρμίρης, 2006). Όταν οι άρπαγες, όπως η αλεπού (Vulpes vulpes), έχουν μικρή πυκνότητα ή απουσιάζουν, η επιβίωση είναι μεγαλύτερη (Meineri et al., 1998). H ακατάλληλη συμπεριφορά άμυνας απέναντι στους άρπαγες και η σωματική αδυναμία είναι οι κύριες αιτίες της υψηλής θνησιμότητας (Lemnell και Lindlof, 1982).

Σε έρευνες των Lemnell και Lindlof (1982) και Fiechter et al. (1988) διαπιστώθηκε ότι η προσαρμογή των εκτρεφόμενων λαγών σε υπαίθριους περιφραγμένους χώρους πριν από την απελευθέρωση δεν βελτίωσε την επιβίωσης τους. Ωστόσο, οι Demmateis et al. (2003) βρήκαν υψηλότερο ποσοστό επιβίωσης χρησιμοποιώντας ανήλικους λαγούς οι οποίοι αρχικά προσαρμόστηκαν σε υπαίθριους περιφραγμένους χώρους στην περιοχή απελευθέρωσης.

Εκτατική εκτροφή σε υπαίθριους περιφραγμένους χώρους

Στην περίπτωση της εκτατικής εκτροφής λαγών, οι γεννήτορες διαβιώνουν σε υπαίθριους περιφραγμένους χώρους συνήθως λίγων εκταρίων (Santilli et al., 2004). Η παραγωγή σε αυτούς τους χώρους είναι μικρή, 2-6 λαγοί/εκτάριο και έτος, όπως καταγράφηκε σε περίπου 15 χώρους για πέντε έτη στην Ιταλία (Santilli et al., 2004). Επιπλέον, μετά από ένα χρονικό διάστημα δύο έως τεσσάρων ετών, αναφέρεται σοβαρή θνησιμότητα των λαγών. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται αφενός λόγω της απουσίας κατάλληλης διαχείρισης και αφετέρου λόγω της πυκνότητας των ζώων με αποτέλεσμα την προσβολή των λαγών από παθογόνους μικροοργανισμούς (Santilli et al., 2004).

Ο έλεγχος της πυκνότητας των λαγών εντός των περιφραγμένων χώρων και η απομάκρυνση των ζώων για ένα χρονικό διάστημα, είναι μερικά μέτρα που μπορούν να μειώσουν τα προβλήματα υγείας που παρατηρούνται (Santilli et al., 2004). Στην περίπτωση του αγριοκούνελου (Oryctolagus cuniculus) τα εφαρμοζόμενα μέτρα υγιεινής και η παροχή ποιοτικής τροφής, αυξάνουν την ετήσια παραγωγή σε περίπου 100 νεαρά αγριοκούνελα από περίπου 15 γεννήτορες σε περιφραγμένους χώρους των 1.000-2.000 m² (Letty et al., 2008, Hamilton, 2010).

Η επιβίωση των εκτατικά εκτρεφόμενων λαγών είναι τριπλάσια έως πενταπλάσια σε σχέση με τους εντατικά εκτρεφόμενους (Fiechter et al., 1988, Misiorowska και Wasilewski, 2012).

Σύλληψη και μεταφορά άγριων λαγών

Για τη σύλληψη και μεταφορά άγριων λαγών χρησιμοποιούνται διάφορες τεχνικές. Η χρήση διχτυών εφαρμόζεται περισσότερο σε περιοχές με ήπιο ανάγλυφο και χαμηλή βλάστηση (Takacs et al., 2009). Οι παγίδες-κλουβιά χρησιμοποιούνται περισσότερο σε περιοχές με πυκνή βλάστηση (Bray και Leonard, 2000). Η απόδοση των παγίδων-κλουβιών ανέρχεται σε 0,19 έως 0,43 παγιδευμένους λαγούς/ανθρωποώρα (Bray και Leonard, 2000).

Η επιβίωση των μεταφερόμενων λαγών είναι γενικά υψηλότερη από αυτή των εντατικά εκτρεφόμενων, ωστόσο εξακολουθεί να είναι χαμηλότερη σε σύγκριση με τους άγριους γηγενείς λαγούς (Meriggi et al., 2001, Demmateis et al., 2003, Gaydou and Giovo, 2009).

3. Προϋποθέσεις στα πλαίσια της θηραματικής διαχειριστικής

Σκοπός της απελευθέρωσης των λαγών είναι η αύξηση των πληθυσμών του λαγού που έχει ως συνέπεια την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης (Demmateis et al., 2003, Santilli and Galardi, 2006). Σπάνια αναφέρεται η επανεισαγωγή λαγών ή η ενίσχυση μικρών πληθυσμών στις περιπτώσεις που υπάρχει κίνδυνος αιμομικτικής κατάρρευσης (Fischer 2011). Ο λαγός είναι είδος ευπροσάρμοστο και με υψηλή ικανότητα αναπαραγωγής, με αποτέλεσμα να διατηρεί έστω μικρούς πληθυσμούς σε ποικιλία οικοτόπων (Smith et al., 2004).

Οι απελευθερώσεις για αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης πραγματοποιούνται συνήθως στα τέλη του χειμώνα, την άνοιξη και το καλοκαίρι (Jezierski, 1968, Marboutin et al., 1990). Στην Πολωνία, ο Jezierski (1968) αξιολόγησε την πρακτική αυτή. Εκατοντάδες άγριοι λαγοί συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν τον Ιανουάριο και το Φεβρουάριο σε τρεις περιοχές με πυκνότητα πληθυσμού λαγού από 11 έως 48 λαγοί/km². Οι αναλογίες των απελευθερωμένων προς τους ντόπιους λαγούς τις πρώτες ημέρες μετά την απελευθέρωση ήταν 7,9 έως 47,8%. Ο ρυθμός εξαφάνισης των απελευθερωμένων λαγών ήταν μεγαλύτερος στις περιοχές με υψηλή πυκνότητα ντόπιων λαγών. Στην ερχόμενη κυνηγετική περίοδο δεν καταγράφηκε καμία αύξηση στην πυκνότητα του πληθυσμού και στις τρεις περιοχές.

Ο Pielowski (1976) χρησιμοποίησε τη μέθοδο της «μαζικής εισαγωγής» με την απελευθέρωση στις αρχές της άνοιξης μεγάλου αριθμού άγριων λαγών με αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστεί αρχικά η πυκνότητα του τοπικού πληθυσμού. Σε μια έκταση 40 km² και πυκνότητας 5,7 λαγών/km² όπου απελευθέρωσε 500 λαγούς, η πυκνότητα τετραπλασιάστηκε για δύο έτη, αλλά κατά τα επόμενα έτη μειώθηκαν και πάλι οι λαγοί στην αρχική πυκνότητα. Σε μια δεύτερη έκταση 62 km² και πυκνότητας 9,2 λαγών/km² όπου απελευθερώθηκαν 600 λαγοί, αρχικά η πυκνότητα διπλασιάστηκε, αλλά μετά από έξι μήνες μειώθηκε, σχεδόν σε εκείνη πριν από την απελευθέρωση.

Στην Ιταλία, μια πολύ συνηθισμένη πρακτική είναι η σύλληψη των άγριων λαγών με δίχτυα σε περιοχές που απαγορεύεται το κυνήγι (Zona di ripopolamento e cattura), και η απελευθέρωσή τους σε κυνηγοτόπους μετά το τέλος της κυνηγετικής περιόδου, συνήθως το Δεκέμβριο και τον Ιανουάριο. Οι Santilli and Galardi (2006) διερεύνησαν κατά πόσο οι απελευθερώσεις λαγών αύξησαν την κυνηγετική κάρπωση στην περιοχή της Τοσκάνης. Κάθε έτος από το 2001 έως το 2004 συλλαμβάνονταν και απελευθερώνονταν κατά μέσο όρο 5.096 άγριοι λαγοί από τα καταφύγια και 3.054 λαγοί από τα εκτροφεία. Ωστόσο οι απελευθερώσεις αυτές δεν είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης (Santilli και Galardi, 2006). Ο Jezierski (1968) κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με την αύξηση των πληθυσμών του λαγού με απελευθερώσεις αμέσως μετά την κυνηγετική περίοδο δεν υπάρχουν πραγματικά οφέλη για την κυνηγετική κάρπωση της επόμενης κυνηγετικής περιόδου.

Οι Gaydou και Giovo (2008, 2009) αποτιμώντας οικονομικά το εγχείρημα βρήκαν πως το κόστος ανά λαγό ζωντανό περισσότερο από έξι μήνες μετά την απελευθέρωση, είναι 652 € ανά άγριο και 900 € ανά εκτρεφόμενο λαγό.

4. Νοσήματα του λαγού και απελευθερώσεις

Οι απελευθερώσεις λαγών, ιδίως εκτρεφόμενων, ενέχουν τον κίνδυνο μεταφοράς παθογόνων μικροοργανισμών. Στη Χαλκιδική έχει βρεθεί στέλεχος του ιού της αιμορραγικής νόσου του λαγού που παρατηρείται σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, κάτι που αποδίδεται στην εισαγωγή και απελευθέρωση λαγών από το εξωτερικό (Billinis et al., 2005). Στην Ιταλία εντοπίστηκε τουλαραιμία σε εισαγόμενους λαγούς από την Ουγγαρία και Ρουμανία (Alborali και Chiari, 2010). Σε έρευνες που πραγματοποιήθηκαν σε φασιανούς και πέρδικες, διαπιστώθηκε πως σε περιοχές όπου διεξάγονται απελευθερώσεις φασιανών και περδίκων, τα άγρια πτηνά έχουν μεγαλύτερο παρασιτικό φορτίο σε σύγκριση με περιοχές όπου δεν γίνονται απελευθερώσεις (Sokos et al., 2008). Επίσης, το στρες που προκαλείται στα ζώα κατά τη σύλληψη και μεταφορά τους μπορεί να μειώσει την απάντηση του ανοσοποιητικού τους συστήματος και να αυξηθεί έτσι η πιθανότητα προσβολής τους από παθογόνους μικροοργανισμούς (Wibbelt και Frölich, 2005).

5. Γενετική και εξελικτική του λαγού και απελευθερώσεις

Οι γενετικές διαδικασίες με τη μεγαλύτερη επίδραση στις συχνότητες των γονιδίων των εκτρεφόμενων ζώων είναι η αιμομιξία, η γενετική παρέκκλιση (genetic drift) και η επιλογή (Price, 1999). Η αιμομιξία και η γενετική παρέκκλιση προκαλούν τυχαίες αλλαγές στις συχνότητες των γονιδίων, ενώ συγκεκριμένη κατεύθυνση έχουν οι αλλαγές που προκαλεί η επιλογή (Price, 1999). Ο Price (1999) αναφέρει τρεις μηχανισμούς επιλογής: 1) την επιλογή που γίνεται από τον εκτροφέα, 2) την επιλογή που προκαλείται από το περιβάλλον του εκτροφείου, και 3) την αδρανοποίηση της φυσικής επιλογής.

Η επιλογή του εκτροφέα εστιάζεται στην προτίμηση γεννητόρων που δεν εκδηλώνουν έντονα σημεία φόβου, τάση διαφυγής και παράγουν περισσότερα νεογνά, πρακτικές που εφαρμόζονται συχνά σε εκτροφεία λαγού (Tomasevic, 1977, Lindlof και Lemnell, 1982, Mantovani et al., 1993). Έχει επίσης παρατηρηθεί πως οι εκτρεφόμενοι λαγοί έχουν ηπιότερη συμπεριφορά (Lemnell και Lindlof, 1982, Mantovani et al, 1993).

Οι επαναλαμβανόμενες απελευθερώσεις εντατικά εκτρεφόμενων λαγών μπορούν να επηρεάσουν τις συχνότητες των γονιδίων των τοπικών πληθυσμών. Οι Mamuris et al. (2001) βρήκαν πως οι εκτρεφόμενοι λαγοί από ελληνικά εκτροφεία παρουσιάζουν μικρότερη γενετική ποικιλότητα σε σύγκριση με τους άγριους λαγούς της Ελλάδας. Επίσης, με τις απελευθερώσεις αυξάνεται ο κίνδυνος εισαγωγής γονιδίων που δεν ανευρίσκονται στον τοπικό πληθυσμό, κάτι το οποίο έχει καταγραφεί σε αρκετές έρευνες (Stamatis et al., 2009, Pietri, 2010).

6. Συζήτηση και συμπεράσματα

Οι προς απελευθέρωση λαγοί μπορεί να αποκτώνται με διαφορετικό τρόπο. Αυτό συνεπάγεται διαφορετικό κόστος αλλά και διαφορετική ικανότητα επιβίωσης στη φύση. Η επιβίωση στη φύση είναι πολύ μικρή για τους εντατικά εκτρεφόμενους λαγούς, βελτιώνεται για τους εκτατικά εκτρεφόμενους και ακόμα περισσότερο για τους μεταφερόμενους άγριους λαγούς. Νέες τεχνικές, όπως η εκμάθηση της συμπεριφοράς άμυνας απέναντι στους άρπαγες (anti-predator behavior), αναμένεται να αυξήσουν την επιβίωση.

Σε οποιαδήποτε περίπτωση η πρακτική της απελευθέρωσης λαγών βρέθηκε να έχει ελάχιστα ανταποδοτικά οφέλη ως προς το κόστος. Στις περιοχές όπου εφαρμόστηκαν απελευθερώσεις δεν αυξάνεται σοβαρά ο πληθυσμός και η κυνηγετική κάρπωση. Απελευθερώσεις λίγες ημέρες πριν ή εντός της κυνηγετικής περιόδου, ίσως συμβάλλουν περισσότερο στην αύξηση της κυνηγετικής κάρπωσης. Η συμπεριφορά όμως των ζώων αυτών ίσως να μην είναι η κατάλληλη ώστε να προσφέρεται ένα ποιοτικό κυνήγι και ίσως να αντιτίθεται στην κυνηγετική ηθική.

Η τιμή αγοράς ενός εκτρεφόμενου λαγού στην Ελλάδα και Ιταλία ξεπερνά τα 100€. Για παράδειγμα η απελευθέρωση 30 λαγών θα κοστίσει τουλάχιστον 3.000€. Σύμφωνα με έρευνες εκτιμάται πως στην καλύτερη περίπτωση από τους 30 λαγούς θα επιβιώσουν οι πέντε για λίγους μήνες. Άρα, ο κάθε λαγός που θα επιβιώσει για λίγους μήνες θα κοστίσει τουλάχιστον 600€. Οι λαγοί αυτοί επίσης, λόγω του στρες που θα υποστούν από την αλλαγή περιβάλλοντος, θα εμφανίσουν μικρή αναπαραγωγική ικανότητα οπότε το τελικό αποτέλεσμα αναμένεται να είναι μικρό.

Οι απελευθερώσεις λαγών επομένως, είναι κατάλληλες μόνο στις περιοχές που έχει μειωθεί σοβαρά ο άγριος πληθυσμός και έχει βρεθεί και αντιμετωπιστεί η αιτία που προκάλεσε τη μείωση αυτή. Η περίπτωση αυτή όμως είναι πολύ σπάνια. Ο λαγός έχει υψηλή αναπαραγωγή και οι πληθυσμοί του αυξάνονται από μόνοι τους εφόσον οι συνθήκες είναι ευνοϊκές και υπάρχουν στην περιοχή έστω και λίγοι λαγοί. Επιπρόσθετα, μπορεί να συμβεί εποικισμός από γειτονικούς πληθυσμούς. Εάν ωστόσο διαπιστωθεί πρόβλημα, τότε η καλύτερη τεχνική είναι η σύλληψη άγριων λαγών από γειτονική περιοχή και η απελευθέρωσή τους με την παράλληλη εφαρμογή των ενδεδειγμένων διαχειριστικών μέτρων (IUCN, 1998). Μια εναλλακτική λύση είναι η φυσική εκτροφή λαγών σε μεγάλες περιφράξεις.

Το περισσότερο επιζήμιο όμως είναι ότι οι απελευθερώσεις εκτρεφόμενων λαγών ενέχουν κινδύνους γενετικής υποβάθμισης και μετάδοσης νοσημάτων με μακροχρόνιες επιπτώσεις για έναν άγριο πληθυσμό.

Ο λαγός είναι είδος της άγριας πανίδας, συνεπώς η γενετική ποικιλότητα και η εξελικτική διαδικασία είναι θέματα της νομοθεσίας και των στρατηγικών για τη διατήρηση της φύσης. Σύμφωνα με τη Σύμβαση για τη Διατήρηση της Άγριας Ζωής και των Φυσικών Οικοτόπων (Βέρνη 1979) πρέπει να αποφεύγεται η επιλογή και ενίσχυση γνωρισμάτων τα οποία δεν είναι αντιπροσωπευτικά του άγριου πληθυσμού των ειδών. Συνεπώς η εκτροφή και απελευθέρωση λαγών πρέπει να γίνεται με τρόπο που να εξασφαλίζεται ότι στον άγριο πληθυσμό δεν θα εισαχθούν γονίδια που δεν παρατηρούνται στην περιοχή, αλλά και δεν θα επηρεαστεί η εξελικτική διαδικασία.

Για το λαγό στην Ελλάδα έχουν εντοπιστεί γενετικές διαφορές μεταξύ γεωγραφικών περιοχών (Kasapidis et al., 2005, Stamatis et al., 2009). Προτείνεται λοιπόν να καθοριστούν οι Σημαντικές Εξελικτικές Μονάδες, δηλαδή γεωγραφικές περιοχές στις οποίες δεν πρέπει να γίνεται εισαγωγή γενετικού υλικού από άλλες περιοχές της χώρας (Kasapidis et al., 2005). Για παράδειγμα είναι πιθανό στη Δυτική Ελλάδα οι λαγοί να έχουν προσαρμοστεί στις δυσμενείς συνθήκες της υγρασίας σε αντίθεση με τους λαγούς της Νοτιοανατολικής Ελλάδας που αντέχουν περισσότερο στην ξηρασία. Έτσι η Δυτική Ελλάδα πρέπει να οριστεί ως διαφορετική Εξελικτική Μονάδα από αυτή της Ανατολικής Ελλάδας και λαγοί δεν πρέπει να μεταφέρονται και να απελευθερώνονται από τη μία περιοχή στην άλλη.

Ο υγειονομικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει εργαστηριακούς ελέγχους των ζώων για αιμορραγική νόσο, ψευδοφυματίωση, παστεριδίαση, παράσιτα και άλλους παθογόνους

μικροοργανισμούς που αποδεδειγμένα μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες στον άγριο πληθυσμό του λαγού (Wibbelt και Frölich, 2005), αλλά και σε άλλα είδη και τον άνθρωπο. Επιπρόσθετα, πρέπει να καθοριστούν ποια είναι τα παθογόνα όπου καθιστούν ένα λαγό ακατάλληλο προς απελευθέρωση.

Οι γεννήτορες πρέπει να προέρχονται από τη γηγενή πανίδα κάθε Εξελικτικής Μονάδας και τα εκτροφεία να πιστοποιούνται για αυτό. Τα πιστοποιητικά υγειονομικού και γενετικού ελέγχου πρέπει να εκδίδονται μέσω της Δασικής Υπηρεσίας, η οποία θα είναι υπεύθυνη για τη δειγματοληψία και την επιλογή των Εργαστηρίων.

Συμπερασματικά: 1) Η εκτροφή και απελευθέρωση λαγών πρέπει να διεξάγεται στα πλαίσια της νομοθεσίας για τη διατήρηση της άγριας πανίδας. Για να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις αυτές η υφιστάμενη νομοθεσία είναι ανάγκη να βελτιωθεί. 2) Δημόσιοι πόροι δεν πρέπει να διατίθενται για εκτροφή και απελευθέρωση λαγών καθώς δεν αποτελεί ένα αποτελεσματικό φιλοθηραματικό μέτρο. Η εκτροφή και απελευθέρωση λαγών πρέπει να εφαρμόζεται υπό αυστηρό επιστημονικό έλεγχο, σε ειδικές περιπτώσεις, όπως είναι η επαναεισαγωγή του είδους σε νησιά, και μόνο μετά από σύνταξη μελέτης σκοπιμότητας από ειδικό επιστήμονα.

Βιβλιογραφία – References

Alborali, G.L., Chiari, M., 2010. Piano di monitoraggio sanitario della fauna selvatica in provincia di Brescia e verifica di presenza di agenti zoonosici in animali abbattuti durante il prelievo venatorio e in carcasse di animali deceduti. Istituto Zooprofilattico Sperimentale della Lombardia e dell’Emilia Romagna Sezione Diagnostica di Brescia.

Angelici, F.M., Riga, F. Boitani L., Luiseli L., 2000. Fate of captive-reared brown hares (Lepus europaeus) released at a mountain site in central Italy. Wildlife Biology 6, 173–178.

Billinis, C., Knowles, N.J., Spyrou, V., Sofiannidis, G., Psychas, V., Birtsas, P.K., Sofia, M., Maslarinou, O.M., Tontis, D.K., Kanteres D., 2005. Genetic analysis of the first European brown hare syndrome virus isolates from Greece. Wildlife Biology in Practice 1, 118–127.

Bray, Y., Leonard, Y., 2000. Efficacy and selectivity of hare (Lepus europaeus) ‘‘box traps’’. Game and Wildlife Science 17, 219–240.

Dematteis, A., Tizzani, P., 2005. Ripopolamenti di lepre: aspetti gestionali economici ed ecologici. Centro Ricerche Gestione della Fauna Selvatica – Fondazione Universitaria Sampeyre (Cuneo). http://www.regione.piemonte.it/cacciapesca/dwd/caccia/monitor2005 /dematteis.pdf

Dematteis, A., Tizzani P., Rimbotti A., Mussa P.P., Prola L., Sonetto D., Meneguz P.G., 2003. Sopravvivenza di lepri immesse in territorio alpino a scopo di ripopolamento. Habitat 134, 71–74.

Fiechter, A., 1988. Survie et dispersal de lièvres importés et de levrauts d’élevage lachés. – Supplementi alle Ricerche di Biologia della Selvaggina 14, 271–299.

Fischer, C., 2011. Spatial behaviour and survival of translocated wild brown hares. XXXth Congress of the International Union of Game Biologists. Barcelona – Spain, 5–9/9/2011. Book of Abstracts, p. 158.

Gaydou, F., Giovo, M., 2008. Relazione sull’analisi della sopravvivenza di 20 lepri adulte di ripopolamento immesse sul territorio del Cato1. Valli Pellice, Chisone e Germanasca, Regione Piemonte, Provincia di Torino. http://www.catouno.it/Documentazione/RELAZIONI/ RELAZIONE%20LEPRI.pdf

Gaydou, F., Giovo, M., 2009. Relazione sull’analisi della sopravvivenza di 18 lepri adulte di cattura immesse sul territorio del Cato1. Valli Pellice, Chisone e Germanasca, Regione Piemonte, Provincia di Torino http://www.catouno.it/Documentazione/ RELAZIONE%20LEPRI2009.pdf

Hamilton, L.P., Kelly, P.A., Williams, D.F., Kelt, D.A., Wittmer, H.U., 2010. Factors associated with survival of reintroduced riparian brush rabbits in California. Biological Conservation 143, 999–1007.

Havet, P., 1975. Contribution à l’étude des problems posés par les repeuplements en lièvres d’importation. Bull. mensuel O.N.C., N° Sp. Scient. Techn., 1975-4, 13–67.

IUCN, 1998. Guidelines for Re-introductions. Prepared by the IUCN/SSC Reintroductions Specialist Group. IUCN, Gland, Switzerlandand Cambridge,UK,10pp. Available at: http://www.iucnsscrsg.org/download/English.pdf

Jezierski, W., 1968. Some ecological aspects of introduction of the European hare. Acta Theriologica, 13, 1–30.

Karmiris, I. 2006. Releasing Captive Brown Hare (Lepus europaeus) to the Wild – The Role of Predators. E. I. Manolas (editor). International Conference “Sustainable Management and Development of Mountainous and Island Areas”, Island of Naxos, 29/9-1/10/2006. Democritus University of Thrace. pp 203–208.

Kasapidis, P., Suchentrunk, F., Magoulas, A., Kotoulas, G., 2005. The shaping of mitochondrial DNA phylogeographic patterns of the brown hare (Lepus europaeus) under the combined influence of Late Pleistocene climatic fluctuations and anthropogenic translocations. Molecular Phylogenetics and Evolution 34, 55–66.

Lemnell, P.A., Lindlof, B., 1982. Experimental release of captive-reared mountain hares. Swedish Wildlife Research, 12, 115–128.

Letty, J., Aubineau, J., Marchandeau, S., 2008. Improving rabbit restocking success: a review of field experiments in France. In: Lagomorph Biology: Evolution, Ecology and Conservation (Ed. by P.C. Alves, N. Ferrand & K. Hackländer), pp. 327–348. Springer-Verlag, Berlin, Heidelberg.

Mamuris, Z., Sfougaris, A.I., Stamatis C., 2001. Genetic structure of Greek brown hare (Lepus europaeus) populations as revealed by mtDBNA RFLP-PCR analysis: implications for conserving genetic diversity. Biological Conservation, 101, 187–196.

Mantovani, C., Canali, E., Ferrari, G., Ferrante, V., 1993. Parametri zootecnici nell’allevamento della lepre in stretta cattività. Rivista di Coniglicoltura, 7/8, 33–37.

Marboutin, E., Benmergui, M., Pradel, R., Fiechter, A., 1990. Survival patterns in wild and captive reared leverets (Lepus europaeus, Pallas) determined by telemetry. Gibier Faune Sauvage 7, 325–342.

Meineri, G., Bassano, B., Mussa, P.P., 1998. Sistemi di ripopolamento di lepri in pianura. Habitat, IX-98, 510.

Meriggi, A., Ferloni, M., Geremia, R., 2001. Studio sul successo dei ripopolamenti di lepre. Greentime. Bologna. 252 pp.

Misiorowska, M., Wasilewski, M., 2012. Survival and causes of death among released brown hares (Lepus europaeus Pallas, 1778) in Central Poland. Acta Theriol (υπό εκτύπωση).

Pielowski, Z., 1976: Studies on Resettlement of Hares. In: Pielowski, Z. & Pucek, Z. (Eds.); Ecology and management of European hare populations. Polish Hunting Association, Warszawa, Poland, pp.: 265–268.

Pietri, C., Alves, P.C., Melo-Ferreira, J., 2010. Hares in Corsica: high prevalence of Lepus corsicanus and hybridization with introduced L. europaeus and L. granatensis. European Journal of Wildlife Research 57, 313–321.

Price, E.O., 1999. Behavioral development in animals undergoing domestication. Applied Animal Behaviour Science 65, 245–271.

Santilli, F., Galardi, L., 2006. Factors affecting brown hare (Lepus europaeus) hunting bags in Tuscany region (central Italy). Hystrix It. J. Mamm. 17, 143–153.

Santilli, F., Mazzoni della Stella, R., Guerrini, L., Mori, L., Bisogno, G., Bagliacca, M., 2004. Factors affecting brown hare (Lepus europaeus) production in large enclosure. Game and Wildlife Science 21, 471–480.

Smith, R.K., Jennings, N.V., Robinson, A., Harris, S., 2004. Conservation of European hares Lepus europaeus in Britain: is increasing habitat heterogeneity in farmland the answer? Journal of Applied Ecology 41, 1092–1102.

Sokos, C., Birtsas P., Tsachalidis E., 2008. The aims of Galliformes release and choice of techniques. Wildlife Biology 14, 412–422.

Sokos, C., Hasanagas, N., Papaspyropoulos, K., Birtsas, P., 2009. Hunting management and hunting – related values. Proceedings of 2nd Conference on Environmental Management, Engineering, Planning and Economics (CEMEPE 2009). Kungolos, A., Aravossis, K., Karagiannidis, A., Samaras, P. (eds). University of Thessaly and National Technical University of Athens, 2009. (ISBN: 978-960-6865-09-1).

Σώκος, Χ.Κ., Σκορδάς, Κ.Ε., Μπίρτσας, Π.Κ., 2002. Αξιολόγηση της θήρας και διαχείριση του λαγού (Lepus europaeus) στα λιβαδικά οικοσυστήματα. Πρακτικά 3ου Πανελλήνιου Λιβαδοπονικού Συνέδριου. Καρπενήσι (4–6 Σεπτεμβρίου 2002), Δημ. Νο 10, σελ. 131–139.

Stamatis, C., Suchentrunk, F., Moutou, K.A., Giacometti, M., Haerer, G., Djan, M., Vapa, L., Vukovic, M., Tvrtkovic, N., Sert, H., Alves, P.C., Mamuris, Z., 2009. Phylogeography of the brown hare ( Lepus europaeus ) in Europe: a legacy of south-eastern Mediterranean refugia?. Journal of Biogeography 36, 515–528.

Takacs, V., Zduniak, P., Panek, M., Tryjanowski, P., 2009. Does handling reduce the winter body mass of the European hare? Central European Journal of Biology 4, 427–433.

Tomasevic, B., 1977. Rearing European hares in captivity in Yugoslavia. IUGB Conference.

Tume, L., 2000. Farming European Brown Hare. Rural Industries Research and Development Corporation. Publication No. 00/75. Department of Primary Industries Australia 34pp.

Wibbelt, G., Frölich, K., 2005. Infectious diseases in European brown hare (Lepus europaeus). Wildlife Biology in Practice 1, 86–93.

Share.

Τα σχόλια είναι κλειστά σε αυτό το θέμα


Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων