Πέταγε η πέρδικα και ήτονε μαδισμένη, τσουδισμένη και ξεκοιλιασμένη!!!

0

Ώρα για μια Ιστορία!!!

Κάπχια βραδιά του Οκτώβρη, στο ντουκιάνι τσι γειτονιάς του Παπά Γιώργη, σε χωργιό τση απάνω ρίζας του Ψηλορείτη, μια πατούλια από φίλους κυνηγούς, ετρώγανε ένα γουλίδι αίγα και πίνανε τα κρασά τους

Μια τζιμνιάς και ενώ εξεκοκαλίζανε το κριάς, μπαίνει μέσα ο Παπά Γιώργης , απού δεινός κυνηγός και αυτός ήτονε. Ενώ ο Παπάς παρήγγειλε ένα καφέ του καφετζή, αυτοί συνεννοηθήκανε με νεύμα να τονέ πειράξουνε, όσον αφορά το κυνήγι και γι΄αυτό τονέ καλέσανε στο τραπέζι ντως.

Ξεκινά το λοιπόν ένας ανταγωνισμός από τη παρέα, πχοιος θα πει τη πλια απίθανη ψεύτικη ιστορία, όσον αφορά το κυνήγι, για να πειράξουνε το Παπά. Ετσά το λοιπόν ντακέρνει ο πρώτος τη δικιά ντου ιστορία.

– Εγώ, λέει, επήγα και κυνηγούσα μια Κυργιακάδα στα Ροβάλωνα. Μνιας τζιμνιάς γρικώ σε ένα δάμακα ένα ανεχανιτό και εξυπάστηκα!! Ξανοίγω καλά καλά και είντα να δω!! Μια λαγουδίνα που γεννούσε νε εκείνη δα την ώρα τα λαγουδάκια τζη!! Εκαθόμουνα εκειά πέρα μέχρις ότου επογέννησε, κάνοντας το χάζι τζη και μετά εδρόμωσα!! Μια δεκαργιά μέρες πλια ύστερα αντιγιάγυρα και τσί ‘παιξα μια μπαλωθιά και την εσκότωσα, ενώ επήρα και τα εφτά τζη λαγουδάκια και τα ανέθρεψα με το ρογοβύζι!!

Το ντελόγο πετάγεται ο δεύτερος τση παρέας και λέει, χασκογελώντας:
– Ετούτο να μρε κοπέλια δεν είναι ελέηση!! Να ιδείτε που εγώ πάω στο κυνήγι και αντί να πάρω κάποιο σκύλο, παίρνω το γάιδαρο μου!! Αυτός μυρίζεται πλια καλά τσι λαγούς και από το σκύλο ακόμη!! Αυτός βρίχνει τσι αποβολές τω λαγώ και με πάει σπαγιά στη κοιμηθειά του λαγού, ενώ παντοτινός μου είμαι καβαλάρης!! Με το να πεταχτεί ο λαγός από τη κοιμηθειά, τον έχω κιόλας μπαλοταρισμένο και σκοτωμένο, από το γάιδαρο απάνω!! Ενώ παντοτινός μου, έχω δυο κοφίνια κρεμασμένα στα σκαρβέλια του σωμαργιού και τσι πετώ μέσα!!  Άμα τα γεμώσω εκείνα να τα κοφίνια, που το καθ’ ένα βάζει πάνω από είκοσι με εικοσιδυό λαγούς, αντιγιαγέρνω στο σπιτικό μου.

Ξαουπίσω παίρνει το λόγο ο τρίτος τση παρέας και λέει κι αυτός:
– Εμένα η ιστορία μου δεν είναι μεγάλη, αλλά όμως είναι από τσι πλια σπάνιες!! Μια φορά εκυνηγούσα στου Λειβαδιώτη, ενώ μνιας κοπανιάς θορώ μπροστά μου, ένα κουράδι λαγούς!! Όφου και είντα ήπαθα!! Λέω συν του νους μου. Αφού ετότε σας δεν εκρατούσα παρά μόνο το μονόκανο και είντα θα πρωτοπρολάβαινα να πρωτοσκότωνα ο μαύρο κακομοίτσης, με μιά μπαλωθιά!! Ευτυχώς όμως και μου ‘κοψε τη τελευταία στιγμή και την ήπαιξα εκεινά τη μπαλωθιά, λαντουριστί !! Εκούνησα δηλαδή τη κάνη όντε ν-επυροβολούσα και σκορπίσανε τ’ ασκάγια και πχιάσανε τσι πλια πολλούς λαγούς!! Στη συνέχεια τσι ανεμάζωξα, απού ήτονε τριανταδυό σκοτωμένοι!! Πόσοι όμως το σκάσανε και γλυτώσανε;; Ένας Θιός κατέχει!!  Ώστόσο βρέθηκα και πολλά τυχερός απού περνούσενε εκείνη δα την ώρα, ο Σκουμεντζονικόλας με το κάρο ντου και τσι πετάξαμε απάνω στο κάρο και τσι μεταφέραμε στο χωργιό!!

Ο Παπά Γιώργης όμως τσι πήρενε μυρωδιά, πως ελέγανε ψευτούκλες και τσ’ άφησε να τσι λένε, μέχρις ότου να καλαποδιάσει και αυτός τη δικιά ντου ιστορία!! Ενώ ήτονε σίγουρος πως στο τέλος θα τσι καπακιάσει ούλους τως μαζί!! Για να τους προετοιμάσει όμως και να φαίνεται η δικιά ντου ιστορία, αληθινή, τους έκανε το μουζουντέ με το δικό ντου τρόπο,λέγοντας τους:

– Εσείς μρε κοπέλια συνορίζεστε πχοιος θα πει τη πλια μεγάλη ψευθιά επαέ πέρα!! Αυτό βέβαια αποδεικνύει πως δεν είσαστε γνήσιοι κυνηγοί!! Να κατέχετε ούλοι σας, πως το κυνήγι είναι περιπέτεια και ο κάθε ένας κυνηγός έχει να διηγηθεί όμορφες και προπαντός αληθινές ιστορίες!! Εκτός αυτού ούλοι ετουλόγου σας, πρέπει να γνωρίζετε πως “του ζαροπαίχτη, του ψαρά, του κυνηγού το πχιάτο, δέκα φορές είν’ όφκερο και μια φορά γεμάτο”!!

Εγώ το λοιπόν θα σας διηγηθώ τη δικιά μου ιστορία, που όπως θα διαπιστώσετε είναι πέρα για πέρα αληθινή και δεν έχει κιαμνιά σχέση με τσι δικές σας ψεύτικες ιστορίες!!

Μιά Κυργιακάδα που λέτε, μετά που ‘πολειτούργησα, σφίγγω και πάω στο σπιτικό μου, χάφτωμαι μια μπουκιά, από ένα πχιάτο ψαργάντινες φακές απού μας είχανε πομείνει, κρεμώ στον όμο μου το τσιφτέ, ζώνω στη μέση μου το φουσεκλίκι που είχενε τριανταδυό φουσέκια, παίρνω το πουλόσκυλο μου και βγιάση βγιάση γέρνω πάνω οθό τζι πάνω κορφές, όπου ήξερα πως είχενε μπόλικες πέρδικες!!

Πραγματικά εβρέθηκα τυχερός, που οι πέρδικες δεν είχανε ξοργιακιστεί από τσ’ άλλους κυνηγούς!! Εσκωθήκανε μπουλούκι οι πέρδικες!! Και εγώ χαρούμενος αρχίνηξα να τσι μπαλωτοκοπώ!!  Ο αέρας όμως ήτονε αντίθετος και η απόσταση κάπως μακρινή και δεν εμάδισε φτερό!!

Στη συνέχεια ανέβηκα πλια πάνω οθό τη Σανίδα. Εκειά θορώ κι’ άλλες πέρδικες, ενώ κακαρίζανε. Παίζω τους και ξανά παίζω τους και αυτηνώνε, αλλά πράμα μήδε κεια!!
Λίγο πλια ύστερα επέρασα αντίπερα, ενώ πάλι ήβγαλα μπόλικες πέρδικες!! Τσι πυροβόλησα και τσι ξανά πυροβόλησα και αυτές, αλλά το μόνο που κατάφερα, ήτονε να χάσω τα τριάντα μου φουσέκια και να μου μείνουνε δυο ούλα και δια ν-ούλα ακόμα!!

Μανισμένος και απογοητευμένος, επήρα το δρόμο τσ’ επιστροφής, έχοντας τα δυο τελευταία φουσέκια στο δίκαννο μέσα, μπας και μου τύχει πράμα στη δρομαργιά!! Ετσά που γιάγερνα, σηκώνεται μια πέρδικα από τα πόδια μου και πετά με κατεύθυνση οθό το χωργιό. Την ώρα εκεινά τσι παίζω το τριακοστό πρώτο φουσέκι!! Δυστυχώς και πάλι αστόχησα!!

(Να σημειώσουμε πως ούλοι έχουνε μείνει με ανοιχτό το στόμα, γιατί αυτός δεν διηγείται πως παίζει και σκοτώνει, όπως ούλοι ντως εκαυχότανε!!).

Η πέρδικα όμως η τελευταία, απ’ ότι είδα, εσταμάτησε πάνω από το χωργιό, σε απόσταση περίπου τρακόσα μέτρα από το τελευταίο σπίτι, σε ένα χέρσο παπούρι. Εμένα ο δρόμος με έβγαζε από ‘κεια πέρα για να πάω οθό το σπιτικό μου και ετσά επήρα εκεινά τη κατεύθυνση αναγκαστικά.

Σα κι’ ήφταξα εκειά κοντά, τηνέ ξεσμίλιωσε ο σκύλος μου και βρήκα την ευκαιρία και εγώ να τση παίξω το τελευταίο φουσέκι, που κατά σύμπτωση ήτονε φουσέκι διασποράς!!  Με το “μπαμ” το τελευταίο, θορώ και μαδούνε στον αέρα ούλα τα φτερά τση πέρδικας, καθ’ όσον τη πήρανε ξέφουρτσα τα σκάγια!!

Η πέρδικα όμως, αν και μαδισμένη, συνέχισε και πετούσε από κεκτημένη ταχύτητα, αλλά καθώς ήτονε κατηφόρα ήχανε ύψος!! Πλια κάτω ο Μακροστελιανός ήκεγε ξερόκλαδα, που καθάριζε τσ’ ελιές του.

Η πέρδικα μαδισμένη όπως ήτονε, επέρασε με τη φόρα απού πετούσενε από πάνω από τη φωθιά και τσουδιστήκανε και τα ποδέλοιπα φτερουγάκια, που τσ’ είχανε ‘πομείνει, ενώ συνέχισε ακόμα να πετά από κεκτημένη ταχύτητα!!

Επέρασε όμως πάνω από ένα συντερόστυλο ενούς φράχτη, που η πάνω μεργιά ντου ήτονε κοφτερή. Η κόψη εκεινά ευρίκενε τη κοιλιά τση πέρδικας ετσά που πετούσενε, με αποτέλεσμα να ξεκοιλιαστεί η πέρδικα, ενώ τα άντερα τζη επεταχτήκανε ούλα άλλη μπάντα!!

Πάλι η πέρδικα συνέχιζε να πετά και όπως ήτονε μαδισμένη, τσουδισμένη και ξεκοιλιασμένη, σκοντάφτει στην καμνάδα του πρώτου σπιθιού, που η ταράτσα του ήτονε με το πίσω έδαφος στο ίδιο ύψος και μπαίνει από τη καμνάδα μέσα!!

Πέφτοντας μέσα, έπεσε απ’ ευθείας στο τηγάνι τση θειάς μου τσι Αριστέας, που ετσιτσίριζε το λάδι, για να τηγανίσει πατάτες!! Βλέποντας αυτό το αναπάντεχο, να πέφτει από τη καμνάδα στο τηγάνι, το θεώρησε κακό σημάδι και αρχίνηξε να σταυροκοπχιέται και να φωνιάζει:

– Σημάδι στο σπίτι μου!! Παναγιά μου στον άντρα μου!! Παναγιά μου στα κοπέλια μου!!

Ωστόσο εγώ που είχα δει που περίπου ήπεσε η πέρδικα, ανέβηκα στη ταράτσα από τη πίσω μεργιά του σπιθιού και την ήψαχνα. Σα κι’ ήκουσα τσι φωνές τση Θειάς μου τση Αριστέας, τση μίλησα, γιατί εθάρρουνα πως πράμα κακό τση συνέβαινε!! Αυτή όμως μόλις με είδενε κρατόντας το τσιφτέ και νομίζοντας πως εγώ τσι ήκανα πλάκα, αρχίνηξε να μου λέει βαριές κουβέντες:

-Φωθιά και απίρι να σε κάψει Παπά, Θέ μου συγχώρεσέ μου το»!! Εσύ μρε Παπά, μου μόλαρες το πουλί από τη καμνάδα στο τηγάνι μέσα»;;

Ετότες σας εκατάλαβα ειντά ‘χενε συμβεί και εκατέβηκα και τσ’ εξήγησα και τη καθησύχασα.

Απάνω στην ώρα, ήφταξε κι’ ο άντρας τση, ο μπάρμπας μου δηλαδή ο Στάθης, καβαλικεύοντας το γάιδαρο του πού επότιζε αγρουλίδους με δυο στενόπορες κανίστρες.

– Καλώς τ’ ανύψο!! Μου λέει. Πχοιος καλός άνεμος σ’ έφερε στο σπιτικό μου;;

Εγώ το ντελόγο του εξήγησα ειντά ‘χενε συμβεί και μου λέει και αυτός στη συνέχεια:

– Αφού ‘ναι ανύψο ετσά το πράμα, δε τζι ξεφορτώνω καθόλου τσι κανίστρες από το γάιδαρο απάνω, μονό θα πάω ντρέτα στο μπακάλη και θα δεις είντα θα γενεί στη συνέχεια!! Επήγε το λοιπόν ο μπάρμπας μου στο μπακάλη και γέμισε τσι κανίστρες με καλό κρασί και μετά τσ’ ήφερε πίσω, που η κάθε μια κανίστρα ήβανε δεκαέξε οκάδες!!  Εβάλαμε μετά στο τραπέζι απάνω τη τηγανισμένη πέρδικα και ήπιαμε και οι δυο μας, ούλο το κρασί!! Μια κανίστα ήπιε ο μπάρμπας μου ο Στάθης!! Μια κανίστρα ήπια και εγώ!!

Αυτές είναι λοιπόν για να μαθαίνετε, οι αληθινές ιστορίες του κυνηγιού!! Όϊ αυτανά τα ψώματα που αραδιάζετε ούλοι σας, ετόση να ώρα που σας σε γρηκώ!!!

Σύνταξη κειμένου: Φανούριος Ζαχαριουδάκης
www.cretanmagazine.gr

Share.

Τα σχόλια είναι κλειστά σε αυτό το θέμα


Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων