ΜΠΟΙΚΟΤΑΖ ΣΕ ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ ΤΟΥΡΚΙΚΟ ΠΡΟΙΟΝ

Επισκόπηση 3 δημοσιεύσεων - 241 έως 243 (από 243 συνολικά)
Απευθείας μετάβαση στη σελίδα:

  • Συμμετέχων
    Ημ. εγγραφής:
    26/11/2003

    Αρ. μηνυμάτων:
    5559
    Prowler ® στις #514134

    Το μαρτύριο 12χρονης αμέσως μετά τη σφαγή

    Πηγή: http://politis.com.cy/article/to-martirio-12chronis-amesos-meta-ti-sfagi

    Η μοναδική ζώσα μάρτυρας του βάρβαρου εγκλήματος στον Σύσκληπο, και θύμα η ίδια ενός άγριου βιασμού στην ηλικία των δώδεκα μόλις χρόνων, αποφάσισε μετά από 44 χρόνια να λύσει τη σιωπή της. Να μιλήσει για τα όσα τραγικά και συγκλονιστικά έζησε εκείνο το καλοκαίρι του 1974.

     


    «Και συ Λαέ μου ευκολόπιστε και πάντα προδομένε»

    Διονύσιος Σολωμός,  Προς Επτανησίους

    Αρχή άνδρα δείκνυσι                                                             Φιλικά Μάριος – Prowler ®



    Συμμετέχων
    Ημ. εγγραφής:
    26/11/2003

    Αρ. μηνυμάτων:
    5559
    Prowler ® στις #518757

    ΞΕΧΑΣΤΗΚΑΜΕΕΕΕΕΕΕΕ  :unsure:

     

    ΕΓΩ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ  :whistle:

     

    και θα σας ζαλίζω συνεχώς  :mail:   :mail:   :mail:

    Μια μαρτυρία: Ελευθερίας Μήλογλου, “Σεπτέμβρης 1955, στο σπίτι στον Κεράτιο”*

    Αρχές Σεπτέμβρη του 1955. Οι άνδρες του σπιτιού είναι ανήσυχοι, πηγαινοέρχονται και σιγοψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο πράγματα που δεν θέλουν να ακούσουμε εμείς τα παιδιά. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά. Μερικές μέρες πριν, αναπάντεχα περικυκλώθηκε το Πατριαρχείο από τανκς και ένοπλους στρατιώτες, και κανείς δεν καταλάβαινε το γιατί.

    Zούσα με την οικογένειά μου στον Κεράτιο Κόλπο, σε ένα λόφο μεταξύ του Φαναριού και του Μπαλατά. Μπροστά μας απλωνόταν ο Κεράτιος και από πίσω στο βάθος κατέληγαν στη θάλασσα τα ερείπια των Θεοδοσιανών τειχών. Στη δυτική πλευρά του σπιτιού, στο βάθος δέσποζε ο πανύψηλος τρούλος της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους σχολής.

    Αρκετοί Τούρκοι στη γειτονιά μας, και πέντε-έξι χριστιανικές οικογένειες. Οι σχέσεις μας φαινομενικά καλές, παίζαμε με τα παιδιά τους στο δρόμο, πάντα όμως μας συμβούλευαν οι γονείς να ήμαστε προσεκτικοί. Η λέξη “γκιαβούρ” στην ημερησία διάταξη.
    Eκείνη τη μοιραία νύχτα, τα παιδιά μόλις είχαμε πέσει για ύπνο (μοιραζόμουν το ίδιο δωμάτιο με την μεγαλύτερη αδελφή μου). Σε λίγο από την πλευρά της Μεγάλης του Γένους Σχολής ακούσαμε βαθειά τον ήχο που κάνουν τα τζάμια όταν σπάζουν. Συγχρόνως άρχισαν από παντού να ηχούν οι καμπάνες των εκκλησιών δαιμονισμένα, στην περιοχή υπήρχαν πολλές εκκλησίες.
    Αμέσως μπήκαν στο υπνοδωμάτιο οι γονείς μας και μας είπαν να σηκωθούμε. Όχλος περνούσε μπροστά από την πόρτα μας και κατευθυνόταν προς το κέντρο της περιοχής. Είχαμε τρομοκρατηθεί. Ο πατέρας προσπαθούσε να μας καθησυχάσει, λέγοντάς μας ότι θα σπάσουν τζάμια και θα περάσουν, αν είναι δυνατόν, στον 20ο αιώνα βρισκόμαστε! Του είχα τόση εμπιστοσύνη και τόση ανάγκη να τον πιστέψω. Κάποιος περαστικός Τούρκος του συνέστησε να ανάψει όλα τα φώτα του σπιτιού και να κρεμάσει μια τουρκική σημαία. Έτσι και έκανε.
    Σε λίγο ομάδες εξαγριωμένων άρχισαν να ανεβαίνουν προς τη γειτονιά μας, χωρίς όμως να επιτεθούν στο σπίτι μας, κατευθύνονταν προς άλλα χριστιανικά σπίτια. Όμως δεν άργησε να πέσει η πρώτη πέτρα, το πρώτο ξύλο. Χωρίς να χάσει χρόνο ο πατέρας, έπεισε τη μητέρα μας να κρυφτούμε στη σοφίτα του σπιτιού και μας παρακάλεσε να μη βγάλουμε άχνα, ακόμα κι αν αντιληφθούμε να τον σκοτώνουν. Με την ψυχή στο στόμα και με μια κανάτα νερό στο χέρι, κουρνιάσαμε στη σοφίτα.
    Μόλις που προλάβαμε, αμέσως γενικεύτηκε η επίθεση. Όπως μάθαμε αργότερα, κάποιος από τη γειτονιά, μας είχε προδώσει. Πάνω από 200 άτομα -τόσα έλεγε ο πατέρας μου- μπήκαν στο σπίτι μας και κατέστρεφαν. Ακούγαμε στους κάτω ορόφους να γίνεται χαμός, σπάζανε και πετούσανε στο δρόμο τα υπάρχοντά μας, κλέβανε όσα μπορούσαν να μεταφέρουν. Ο πατέρας τρόμαζε στη σκέψη ότι θα μπορούσαν να ανακαλύψουν την κρυψώνα μας. Όταν πήγε να τους εμποδίσει να ανέβουν στον πάνω όροφο, τον χτύπησαν με μαχαίρι στο φρύδι και τον πήραν τα αίματα. Τότε κάποιος οπλοφόρος στάθηκε δίπλα του και του υποσχέθηκε ότι δε θα άφηνε κανέναν να ανέβη. Πιθανόν μας γνώριζε και κατάλαβε την αγωνία του. Ποτέ δε μάθαμε… Τα χάσαμε όλα, γλυτώσαμε όμως τις ζωές μας και αυτό ήταν αρκετό…
    Ένα δίωρο περίπου κράτησε η καταστροφή του σπιτιού μας και μετά ησυχία. Στ’ αυτιά μας έφταναν μόνο τα βήματα των ανθρώπων πάνω στα σπασμένα τζάμια. Και τότε ήρθε ο πατέρας και μας άνοιξε. Δεν μπορώ να περιγράψω τί αντικρίσαμε όταν κατεβήκαμε κάτω. Η μητέρα έβαλε τα κλάματα και εμείς επίσης, ο μόνος αισιόδοξος ήταν ο πατέρας που έλεγε και ξανάλεγε ότι εμείς τα φτιάξαμε και εμείς θα τα ξαναφτιάξουμε, αφού ήμαστε ζωντανοί!
    Την επόμενη το πρωί, το φως της ημέρας επιβεβαίωσε το μέγεθος της καταστροφής. Oι άντρες του σπιτιού (ο πατέρας και ο αδελφός του) δεν είχαν ρούχα να φορέσουν ούτε παπούτσια. Μας είχαν αφήσει μια στρατιά ξύλινα σαντάλια, τις λεγόμενες γαλέντζες. Εμείς μείναμε με τα νυχτικά, όπως είχαμε σηκωθεί το προηγούμενο βράδυ βιαστικά από το κρεβάτι. Λεφτά δεν είχαμε ούτε για ψωμί, μια και οι τράπεζες ήταν κλειστές (είχε κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος).
    Μέσα σε όλη αυτή τη μαυρίλα δεν έλειπε και το χιούμορ. Ένας πολύ πλούσιος ξυλέμπορος που καθόταν σε ένα αρχοντικό απέναντί μας, ρωτούσε το μπαμπά μου αν είχαμε καφέ και φλιτζανάκια, γιατί ήθελαν να πάρουν πρωινό και δεν είχε μείνει τίποτα στην κουζίνα και γενικά μέσα στο σπίτι τους…
    Το απόγευμα κατέφτασε με ταξί ένας Τούρκος αδελφικός φίλος του μπαμπά μου, συνοδευόμενος από ένστολο αξιωματικό (ήταν κουνιάδος του) και παρακάλεσαν να μας πάρουν όλους σπίτι τους για κείνη τη νύχτα. Υπήρχε φήμη για προγραμματισμένη σφαγή! Ο μπαμπάς στην αρχή ήταν ανένδοτος. Η γιαγιά μου και μητέρα του ήταν κατάκοιτη και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Όμως μπροστά στην επιμονή του φίλου μας, τους ακολουθήσαμε εμείς τα παιδιά με τη μαμά μας και οι δύο άντρες του σπιτιού έμειναν πίσω. Βέβαια δεν έγινε τίποτα απολύτως εκείνη τη νύχτα και το πρωί γυρίσαμε στο σπίτι μας και τους βρήκαμε όλους καλά.
    Για πολύν καιρό το σπίτι μας είχε μετατραπεί σε έναν αυτοσχέδιο μικρό ξενώνα, στρώματα στα πατώματα, και όποιος ήθελε να κοιμηθεί λίγες νύχτες με σχετική ασφάλεια (βλέπετε εμείς είχαμε και εξώπορτα) έβρισκε καταφύγιο σε μας, ενώ τις μέρες έτρεχαν να επισκευάσουν τα σπίτια τους.
    Ο χειμώνας πλησίαζε και τα σχολεία έπρεπε να ανοίξουν, όμως οι ζημιές σε εκκλησίες και σχολεία ήταν ανυπολόγιστες. Από την άλλη οι γονείς ήταν επιφυλακτικοί, δίσταζαν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, δεν υπήρχε καμιά ασφάλεια. Άλλος αγώνας άρχιζε… Φυσικά το Πατριαρχείο ανέπαφο…
    Όμως ο πατέρας μου είχε πάρει την απόφασή του, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας. Έτσι μετά από λίγο καιρό πήραμε το δρόμο για την Ελλάδα, που ο πατέρας τη λάτρευε. Ένα φθινοπωρινό βράδυ στο σταθμό του Σιρκετζή αποχαιρετήσαμε με δάκρυα αυτούς που αφήναμε πίσω, μεταξύ αυτών και τους προσφιλείς νεκρούς μας που είχαμε αποχαιρετήσει την προηγούμενη. Όμως εμένα η ψυχή μου έμεινε για πάντα εκεί. Ακόμα και σήμερα πηγαίνω με νοσταλγία και λαχτάρα και φεύγω με λύπη.
    * Η συμπολίτισσα Ελευθερία Μήλογλου είναι συνταξιούχος καθηγήτρια της Γαλλικής γλώσσας. Εργάστηκε για πολλά χρόνια σε σχολεία Β΄βάθμιας Εκπ/σης στο Ν. Καβάλας. Η μαρτυρία της δημοσιεύτηκε στη “Μνήμη” του Συλλόγου Μικρασιατών Καβάλας, φ. 19, Σεπτ. 2015.
    <b>Πόλη, νοσταλγία μου – Hasretim Istanbul</b>
    Στη σημερινή Τουρκία το θέμα των διωγμών αντιμετωπίζεται με ευαισθησία από πολλούς ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, λογοτέχνες και ανθρώπους του πολιτισμού, οι οποίοι αναδεικνύουν τα λάθη της πολιτικής που ακολουθήθηκε. Μεταξύ αυτών και οι άνθρωποι του Ιδρύματος Ανταλλαγέντων Λωζάνης (Lozan Mubadilleri Vakfi). Το τρίπτυχο έκθεση – βιβλίο – ταινία με τίτλο «Πόλη, νοσταλγία μου – Hasretim Istanbul» βασίστηκε σε συνεντεύξεις που πήραν οι άνθρωποι του Ιδρύματος από 47 Ρωμιούς της Πόλης οι οποίοι ζουν πλέον στην Ελλάδα. Μέσα από τις αφηγήσεις τους αναδείχθηκαν οι αιτίες του ξεριζωμού, οι καημοί, οι αγωνίες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και η νοσταλγία τους για το γενέθλιο τόπο.
    Το όλο έργο πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Οργανισμού «Istanbul 2010 Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και την βοήθεια του «Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου», του «Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών» και της «Ένωσης Ομογενών Κωνσταντινουπολιτών Βορείου Ελλάδος». Eγκαινιάσθηκε τον Οκτώβριο του 2010 στο Σισμανόγλειο Μέγαρο της Κωνσταντινούπολης παρουσία της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ενώ την επισκέφθηκε πλήθος Τούρκων πολιτών. Ένας από αυτούς, ο δημοσιογράφος Χιτζάλ Ουλούτς, έγραψε άρθρο με τίτλο: «Είναι αργά για να γυρίσετε. Θα μας συγχωρήσετε;»
    Ο Σύλλογος Μικρασιατών Καβάλας φιλοξένησε την έκθεση στη Δημοτική Καπναποθήκη Καβάλας από τις 10 μέχρι και τις 14 Σεπτεμβρίου 2011. Στον εκθεσιακό χώρο προβαλλόταν συνεχώς και η ημίωρης διάρκειας ταινία με τις μαρτυρίες των εκδιωχθέντων Ρωμιών. Στα εγκαίνια της έκθεσης δύο μέλη του Συλλόγου, Ρωμιές της Πόλης που έζησαν εκεί τα Σεπτεμβριανά, η κ. Κική Mac Namara και η κ. Ουρανία Νικολαΐδου (από την Πρίγκηπο και την Πόλη, αντίστοιχα) παρουσίασαν τις συγκινητικές μαρτυρίες τους…
    ΠΗΓΗ: lykourinos-kavala.blogspot.com

    «Και συ Λαέ μου ευκολόπιστε και πάντα προδομένε»

    Διονύσιος Σολωμός,  Προς Επτανησίους

    Αρχή άνδρα δείκνυσι                                                             Φιλικά Μάριος – Prowler ®


    Συμμετέχων
    Ημ. εγγραφής:
    7/11/2012

    Αρ. μηνυμάτων:
    147
    nikolaos στις #519020

    ΞΕΧΑΣΤΗΚΑΜΕΕΕΕΕΕΕΕ :unsure: ΕΓΩ ΟΜΩΣ ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ :whistle: και θα σας ζαλίζω συνεχώς :mail: :mail: :mail: Μια μαρτυρία: Ελευθερίας Μήλογλου, “Σεπτέμβρης 1955, στο σπίτι στον Κεράτιο”*

    Αρχές Σεπτέμβρη του 1955. Οι άνδρες του σπιτιού είναι ανήσυχοι, πηγαινοέρχονται και σιγοψιθυρίζουν ο ένας στον άλλο πράγματα που δεν θέλουν να ακούσουμε εμείς τα παιδιά. Τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά. Μερικές μέρες πριν, αναπάντεχα περικυκλώθηκε το Πατριαρχείο από τανκς και ένοπλους στρατιώτες, και κανείς δεν καταλάβαινε το γιατί.

    Zούσα με την οικογένειά μου στον Κεράτιο Κόλπο, σε ένα λόφο μεταξύ του Φαναριού και του Μπαλατά. Μπροστά μας απλωνόταν ο Κεράτιος και από πίσω στο βάθος κατέληγαν στη θάλασσα τα ερείπια των Θεοδοσιανών τειχών. Στη δυτική πλευρά του σπιτιού, στο βάθος δέσποζε ο πανύψηλος τρούλος της Πατριαρχικής Μεγάλης του Γένους σχολής.

    Αρκετοί Τούρκοι στη γειτονιά μας, και πέντε-έξι χριστιανικές οικογένειες. Οι σχέσεις μας φαινομενικά καλές, παίζαμε με τα παιδιά τους στο δρόμο, πάντα όμως μας συμβούλευαν οι γονείς να ήμαστε προσεκτικοί. Η λέξη “γκιαβούρ” στην ημερησία διάταξη.
    Eκείνη τη μοιραία νύχτα, τα παιδιά μόλις είχαμε πέσει για ύπνο (μοιραζόμουν το ίδιο δωμάτιο με την μεγαλύτερη αδελφή μου). Σε λίγο από την πλευρά της Μεγάλης του Γένους Σχολής ακούσαμε βαθειά τον ήχο που κάνουν τα τζάμια όταν σπάζουν. Συγχρόνως άρχισαν από παντού να ηχούν οι καμπάνες των εκκλησιών δαιμονισμένα, στην περιοχή υπήρχαν πολλές εκκλησίες.
    Αμέσως μπήκαν στο υπνοδωμάτιο οι γονείς μας και μας είπαν να σηκωθούμε. Όχλος περνούσε μπροστά από την πόρτα μας και κατευθυνόταν προς το κέντρο της περιοχής. Είχαμε τρομοκρατηθεί. Ο πατέρας προσπαθούσε να μας καθησυχάσει, λέγοντάς μας ότι θα σπάσουν τζάμια και θα περάσουν, αν είναι δυνατόν, στον 20ο αιώνα βρισκόμαστε! Του είχα τόση εμπιστοσύνη και τόση ανάγκη να τον πιστέψω. Κάποιος περαστικός Τούρκος του συνέστησε να ανάψει όλα τα φώτα του σπιτιού και να κρεμάσει μια τουρκική σημαία. Έτσι και έκανε.
    Σε λίγο ομάδες εξαγριωμένων άρχισαν να ανεβαίνουν προς τη γειτονιά μας, χωρίς όμως να επιτεθούν στο σπίτι μας, κατευθύνονταν προς άλλα χριστιανικά σπίτια. Όμως δεν άργησε να πέσει η πρώτη πέτρα, το πρώτο ξύλο. Χωρίς να χάσει χρόνο ο πατέρας, έπεισε τη μητέρα μας να κρυφτούμε στη σοφίτα του σπιτιού και μας παρακάλεσε να μη βγάλουμε άχνα, ακόμα κι αν αντιληφθούμε να τον σκοτώνουν. Με την ψυχή στο στόμα και με μια κανάτα νερό στο χέρι, κουρνιάσαμε στη σοφίτα.
    Μόλις που προλάβαμε, αμέσως γενικεύτηκε η επίθεση. Όπως μάθαμε αργότερα, κάποιος από τη γειτονιά, μας είχε προδώσει. Πάνω από 200 άτομα -τόσα έλεγε ο πατέρας μου- μπήκαν στο σπίτι μας και κατέστρεφαν. Ακούγαμε στους κάτω ορόφους να γίνεται χαμός, σπάζανε και πετούσανε στο δρόμο τα υπάρχοντά μας, κλέβανε όσα μπορούσαν να μεταφέρουν. Ο πατέρας τρόμαζε στη σκέψη ότι θα μπορούσαν να ανακαλύψουν την κρυψώνα μας. Όταν πήγε να τους εμποδίσει να ανέβουν στον πάνω όροφο, τον χτύπησαν με μαχαίρι στο φρύδι και τον πήραν τα αίματα. Τότε κάποιος οπλοφόρος στάθηκε δίπλα του και του υποσχέθηκε ότι δε θα άφηνε κανέναν να ανέβη. Πιθανόν μας γνώριζε και κατάλαβε την αγωνία του. Ποτέ δε μάθαμε… Τα χάσαμε όλα, γλυτώσαμε όμως τις ζωές μας και αυτό ήταν αρκετό…
    Ένα δίωρο περίπου κράτησε η καταστροφή του σπιτιού μας και μετά ησυχία. Στ’ αυτιά μας έφταναν μόνο τα βήματα των ανθρώπων πάνω στα σπασμένα τζάμια. Και τότε ήρθε ο πατέρας και μας άνοιξε. Δεν μπορώ να περιγράψω τί αντικρίσαμε όταν κατεβήκαμε κάτω. Η μητέρα έβαλε τα κλάματα και εμείς επίσης, ο μόνος αισιόδοξος ήταν ο πατέρας που έλεγε και ξανάλεγε ότι εμείς τα φτιάξαμε και εμείς θα τα ξαναφτιάξουμε, αφού ήμαστε ζωντανοί!
    Την επόμενη το πρωί, το φως της ημέρας επιβεβαίωσε το μέγεθος της καταστροφής. Oι άντρες του σπιτιού (ο πατέρας και ο αδελφός του) δεν είχαν ρούχα να φορέσουν ούτε παπούτσια. Μας είχαν αφήσει μια στρατιά ξύλινα σαντάλια, τις λεγόμενες γαλέντζες. Εμείς μείναμε με τα νυχτικά, όπως είχαμε σηκωθεί το προηγούμενο βράδυ βιαστικά από το κρεβάτι. Λεφτά δεν είχαμε ούτε για ψωμί, μια και οι τράπεζες ήταν κλειστές (είχε κηρυχτεί στρατιωτικός νόμος).
    Μέσα σε όλη αυτή τη μαυρίλα δεν έλειπε και το χιούμορ. Ένας πολύ πλούσιος ξυλέμπορος που καθόταν σε ένα αρχοντικό απέναντί μας, ρωτούσε το μπαμπά μου αν είχαμε καφέ και φλιτζανάκια, γιατί ήθελαν να πάρουν πρωινό και δεν είχε μείνει τίποτα στην κουζίνα και γενικά μέσα στο σπίτι τους…
    Το απόγευμα κατέφτασε με ταξί ένας Τούρκος αδελφικός φίλος του μπαμπά μου, συνοδευόμενος από ένστολο αξιωματικό (ήταν κουνιάδος του) και παρακάλεσαν να μας πάρουν όλους σπίτι τους για κείνη τη νύχτα. Υπήρχε φήμη για προγραμματισμένη σφαγή! Ο μπαμπάς στην αρχή ήταν ανένδοτος. Η γιαγιά μου και μητέρα του ήταν κατάκοιτη και δεν μπορούσε να μετακινηθεί. Όμως μπροστά στην επιμονή του φίλου μας, τους ακολουθήσαμε εμείς τα παιδιά με τη μαμά μας και οι δύο άντρες του σπιτιού έμειναν πίσω. Βέβαια δεν έγινε τίποτα απολύτως εκείνη τη νύχτα και το πρωί γυρίσαμε στο σπίτι μας και τους βρήκαμε όλους καλά.
    Για πολύν καιρό το σπίτι μας είχε μετατραπεί σε έναν αυτοσχέδιο μικρό ξενώνα, στρώματα στα πατώματα, και όποιος ήθελε να κοιμηθεί λίγες νύχτες με σχετική ασφάλεια (βλέπετε εμείς είχαμε και εξώπορτα) έβρισκε καταφύγιο σε μας, ενώ τις μέρες έτρεχαν να επισκευάσουν τα σπίτια τους.
    Ο χειμώνας πλησίαζε και τα σχολεία έπρεπε να ανοίξουν, όμως οι ζημιές σε εκκλησίες και σχολεία ήταν ανυπολόγιστες. Από την άλλη οι γονείς ήταν επιφυλακτικοί, δίσταζαν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, δεν υπήρχε καμιά ασφάλεια. Άλλος αγώνας άρχιζε… Φυσικά το Πατριαρχείο ανέπαφο…
    Όμως ο πατέρας μου είχε πάρει την απόφασή του, παρά τις έντονες αντιδράσεις της μητέρας. Έτσι μετά από λίγο καιρό πήραμε το δρόμο για την Ελλάδα, που ο πατέρας τη λάτρευε. Ένα φθινοπωρινό βράδυ στο σταθμό του Σιρκετζή αποχαιρετήσαμε με δάκρυα αυτούς που αφήναμε πίσω, μεταξύ αυτών και τους προσφιλείς νεκρούς μας που είχαμε αποχαιρετήσει την προηγούμενη. Όμως εμένα η ψυχή μου έμεινε για πάντα εκεί. Ακόμα και σήμερα πηγαίνω με νοσταλγία και λαχτάρα και φεύγω με λύπη.
    * Η συμπολίτισσα Ελευθερία Μήλογλου είναι συνταξιούχος καθηγήτρια της Γαλλικής γλώσσας. Εργάστηκε για πολλά χρόνια σε σχολεία Β΄βάθμιας Εκπ/σης στο Ν. Καβάλας. Η μαρτυρία της δημοσιεύτηκε στη “Μνήμη” του Συλλόγου Μικρασιατών Καβάλας, φ. 19, Σεπτ. 2015.
    <b>Πόλη, νοσταλγία μου – Hasretim Istanbul</b>
    Στη σημερινή Τουρκία το θέμα των διωγμών αντιμετωπίζεται με ευαισθησία από πολλούς ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, λογοτέχνες και ανθρώπους του πολιτισμού, οι οποίοι αναδεικνύουν τα λάθη της πολιτικής που ακολουθήθηκε. Μεταξύ αυτών και οι άνθρωποι του Ιδρύματος Ανταλλαγέντων Λωζάνης (Lozan Mubadilleri Vakfi). Το τρίπτυχο έκθεση – βιβλίο – ταινία με τίτλο «Πόλη, νοσταλγία μου – Hasretim Istanbul» βασίστηκε σε συνεντεύξεις που πήραν οι άνθρωποι του Ιδρύματος από 47 Ρωμιούς της Πόλης οι οποίοι ζουν πλέον στην Ελλάδα. Μέσα από τις αφηγήσεις τους αναδείχθηκαν οι αιτίες του ξεριζωμού, οι καημοί, οι αγωνίες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα και η νοσταλγία τους για το γενέθλιο τόπο.
    Το όλο έργο πραγματοποιήθηκε με την υποστήριξη του Οργανισμού «Istanbul 2010 Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης» και την βοήθεια του «Συνδέσμου Αποφοίτων Ζωγραφείου», του «Νέου Κύκλου Κωνσταντινουπολιτών» και της «Ένωσης Ομογενών Κωνσταντινουπολιτών Βορείου Ελλάδος». Eγκαινιάσθηκε τον Οκτώβριο του 2010 στο Σισμανόγλειο Μέγαρο της Κωνσταντινούπολης παρουσία της ΑΘΠ του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου, ενώ την επισκέφθηκε πλήθος Τούρκων πολιτών. Ένας από αυτούς, ο δημοσιογράφος Χιτζάλ Ουλούτς, έγραψε άρθρο με τίτλο: «Είναι αργά για να γυρίσετε. Θα μας συγχωρήσετε;»
    Ο Σύλλογος Μικρασιατών Καβάλας φιλοξένησε την έκθεση στη Δημοτική Καπναποθήκη Καβάλας από τις 10 μέχρι και τις 14 Σεπτεμβρίου 2011. Στον εκθεσιακό χώρο προβαλλόταν συνεχώς και η ημίωρης διάρκειας ταινία με τις μαρτυρίες των εκδιωχθέντων Ρωμιών. Στα εγκαίνια της έκθεσης δύο μέλη του Συλλόγου, Ρωμιές της Πόλης που έζησαν εκεί τα Σεπτεμβριανά, η κ. Κική Mac Namara και η κ. Ουρανία Νικολαΐδου (από την Πρίγκηπο και την Πόλη, αντίστοιχα) παρουσίασαν τις συγκινητικές μαρτυρίες τους…
    ΠΗΓΗ: lykourinos-kavala.blogspot.com

    <hr />

    «Και συ Λαέ μου ευκολόπιστε και πάντα προδομένε» Διονύσιος Σολωμός, Προς Επτανησίους Αρχή άνδρα δείκνυσι Φιλικά Μάριος – Prowler ®

    Μόνο με ζωντανή την μνήμη υπάρχει μια κάποια ελπίδα να μην ξανακάνουμε τα ίδια λάθη. Μην κουραστείς να μας τα θυμίζεις.

Επισκόπηση 3 δημοσιεύσεων - 241 έως 243 (από 243 συνολικά)
Απευθείας μετάβαση στη σελίδα:

Πρέπει να είστε συνδεδεμένοι για να απαντήσετε σ' αυτό το θέμα.


Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων